Η Amy Beashel, μητέρα και συγγραφέας του βιβλίου «Bad Manners», μοιράστηκε με την Guardian ένα οικογενειακό περιστατικό όπου επιβεβαίωσε ότι οι «καλοί τρόποι» με τους οποίους μεγαλώνουν κυρίως τα κορίτσια ίσως χρειαστεί να αναθεωρούνται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Ήταν σε ένα πάρτι, όπου ένας άντρας γύρω στα 70 πλησίασε την 11χρονη κόρη της και, παρουσία και της μητέρας, της έκανε ένα κομπλιμέντο τουλάχιστον αμήχανο: «Είσαι μια πολύ γοητευτική μικρή κυρία, έτσι δεν είναι;». Παρόλο που είχε μοιράσει κομπλιμέντα και σε άλλες γυναίκες και κορίτσια στο ίδιο πάρτι, η κόρη της ανταποκρίθηκε με ένα παγωμένο χαμόγελο, κοκκίνισε και καμπούριασε – φάνηκε να συρρικνώνεται, κατά κάποιον τρόπο, σύμφωνα με τη μαρτυρία της μητέρας της, από την αμηχανία και την ντροπή.
Ο άντρας, από την άλλη, δεν έδειξε κανένα σημάδι ότι ένιωσε άβολα. «Στα μάτια του, υποθέτω ότι δεν είχε κάνει τίποτα κακό. Αλλά εγώ, βλέποντας την κόρη μου να νιώθει ξεκάθαρα αμήχανα, θύμωσα. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι την είχε κάνει να αισθανθεί άσχημα; Πίστευε πραγματικά ότι το να σχολιάζει την εμφάνιση ενός παιδιού ήταν αποδεκτό; Φυσικά δεν τον ρώτησα τίποτα από όλα αυτά. Επέλεξα να σιωπήσω λόγω “καλής ανατροφής”. Φοβήθηκα να κάνω σκηνή».
«Πίστευε πραγματικά ότι το να σχολιάζει την εμφάνιση ενός παιδιού ήταν αποδεκτό; Φυσικά δεν τον ρώτησα τίποτα από όλα αυτά. Επέλεξα να σιωπήσω λόγω “καλής ανατροφής”. Φοβήθηκα να κάνω σκηνή».
Λίγο αργότερα η μητέρα ζήτησε συγγνώμη από την κόρη της, συνειδητοποιώντας ότι «είχα δώσει προτεραιότητα στο να μη φέρω σε δύσκολη θέση έναν ξένο παρά στα δικά της συναισθήματα, δείχνοντάς της μάλιστα ότι μπορούσε κι εκείνη να κάνει το ίδιο. Ένιωσα την αντίδρασή μου σαν μια αποτυχία του φεμινισμού».
Σε συζητήσεις που είχε αργότερα με την οικογένειά της –την κόρη, τον γιο και τον σύζυγό της– μοιράστηκε πολλές δικές της αμήχανες εμπειρίες, «από τον άντρα που είχε φωνάξει “κοιτάξτε τα βυζιά της” όταν ήμουν δώδεκα χρονών μέχρι τον υπεύθυνο σε καφέ που με είχε χουφτώσει στον πισινό όταν δούλευα ως σερβιτόρα, στα δεκαπέντε μου».
«Είχα δώσει προτεραιότητα στο να μη φέρω σε δύσκολη θέση έναν ξένο παρά στα δικά της συναισθήματα, δείχνοντάς της μάλιστα ότι μπορούσε κι εκείνη να κάνει το ίδιο. Ένιωσα την αντίδρασή μου σαν μια αποτυχία του φεμινισμού».
Προσπάθησε έτσι να τοποθετήσει την εμπειρία της κόρης της σε ένα ευρύτερο πλαίσιο: «Εδώ και τόσο καιρό η κοινωνία ενθαρρύνει τις γυναίκες και τα κορίτσια να είναι καλόβολες με τους άντρες, ενώ παράλληλα κανονικοποιεί τον σεξισμό, την αντικειμενοποίηση και τη βία που βιώνουν συχνά στα χέρια τους. Ως αποτέλεσμα, πολλές από εμάς δυσκολευόμαστε ακόμα να εκφράσουμε την αμηχανία μας. Αυτό το γεγονός μας ώθησε με την κόρη μου να συζητήσουμε εναλλακτικές αντιδράσεις σε σχόλια και συμπεριφορές που μας κάνουν να νιώθουμε άβολα: “Δεν νιώθω άνετα με αυτό που είπες”, “Αυτό δεν μου φαίνεται αστείο”, “Όχι”.
»Ακόμα θεωρώ ότι η τελευταία φράση είναι η πιο δύσκολη. Σύντομη, μονολεκτική, φαίνεται αγενής – αλλά προτιμώ να νιώσω άβολα λέγοντας “όχι” παρά τον φόβο του τι μπορεί να ακολουθήσει αν δεν πω τίποτα.
»Συνεχίζω να μαθαίνω στην κόρη μου να μη χαμογελάει και να μη λέει ευχαριστώ σε ανεπιθύμητα κομπλιμέντα. Και αν κάποιος τη θεωρήσει κακότροπη, θα το αντέξω. Προτεραιότητα δεν είναι πλέον ο εγωισμός ενός άντρα αλλά να ανακαλύψει η κόρη μου την αξία της».