Η Amil Niazi, μητέρα και αρθρογράφος στο The Cut του New York Magazine, έζησε πριν από μερικές εβδομάδες ένα αρκετά ανησυχητικό περιστατικό. Όπως αφηγείται, ήταν σε έναν πολυχώρο της περιοχής της μαζί με το μικρότερο, ενός έτους παιδί της όταν ένα άλλο, λίγο μεγαλύτερο, προσχολικής ηλικίας, τους πλησίασε και άρχισε ξαφνικά να αδειάζει την τσάντα της. Η ενστικτώδης αντίδραση της Niazi, όπως γράφει, ήταν να αρπάξει την τσάντα της και να τη μεταφέρει από την άλλη πλευρά, «αφού είχα μέσα φάρμακα και ψιλά και άλλα μικρά πράγματα που ξέρω ότι δεν πρέπει να πιάνουν τα παιδιά».
Μετά από λίγο, όμως, ενώ έπαιζε με το παιδί της την πλησίασε η μητέρα του νηπίου και της είπε: «”Δεν μου άρεσε ο τόνος σου όταν μίλησες στο μωρό μου”. Με έπιασε απροετοίμαστη – όλα συνέβησαν ξαφνικά και δεν είχα καν χρόνο να του μιλήσω “κάπως”. Το “όχι” μου ήταν απόλυτο αλλά ευγενικό.
»Κατάλαβα από την έκφρασή της ότι περίμενε να της ζητήσω συγγνώμη, να μετανοήσω για τις αμαρτίες μου, αλλά δεν είχα καμία τέτοια διάθεση. Είπα ότι τα παιδιά πρέπει να ακούν κάποιες φορές “όχι” και ότι δεν το είπα με άσχημο τρόπο και αμέσως μετά συνέχισα να παίζω με το παιδί μου. Αργότερα την είδα να περνάει τον υπόλοιπο χρόνο της σκυμμένη με άγχος πάνω από το φιλοπερίεργο, δραστήριο παιδί της, χειροκροτώντας το και συγχαίροντάς το κάθε φορά που δεν έκανε σχεδόν τίποτα».
Με αφορμή και άλλα περιστατικά που έχει αντιμετωπίσει είτε η ίδια είτε το παιδί της σε δημόσιους χώρους, έκανε μια ανάρτηση στο X, η οποία έγινε viral, συγκεντρώνοντας 600.000 likes και 100.000 κοινοποιήσεις. «Η πρώτη μου σκέψη -όχι εντελώς λάθος- ήταν ότι οι χρήστες του X μισούν τα παιδιά, είδα όμως ότι είχε αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή πολλών γονιών, δασκάλων και όσων έχουν επαφή με παιδιά “στις μέρες μας”.
»Ένας καθηγητής γυμνασίου μού είπε ότι συζητούσε πρόσφατα με μαθητές του για ένα θέμα όταν εκείνοι του είπαν ότι “το χόντρυνε”. Ευχήθηκε οι γονείς τους “να τους έβαζαν περισσότερο τις φωνές στο σπίτι”, όπως παραδέχτηκε. Μια δασκάλα στο Σαν Ντιέγκο μου είπε ότι οι μαθητές του αντιμετωπίζουν τις εργασίες τους σαν κάτι προαιρετικό και ότι συχνά δίνουν στους δασκάλους τους οδηγίες αντί να τους κάνουν ερωτήσεις, αντιμετωπίζοντάς τους όπως και τους γονείς τους. Αλλά ούτε οι γονείς είναι διαφορετικοί, πρόσθεσε, φέρνοντας ως παράδειγμα ένα ζευγάρι που τούς ζήτησε να μη βάζουν απουσίες στην κόρη τους όταν αργεί να πάει στο σχολείο γιατί “δυσκολεύεται να ξυπνήσει το πρωί”. Πολλοί ακόμα μοιράστηκαν παρόμοιες σκέψεις για το πόσα όρια έχουν τα παιδιά ή πόσα “όχι” ακούνε».
«Μια δασκάλα στο Σαν Ντιέγκο μου είπε ότι οι μαθητές του αντιμετωπίζουν τις εργασίες τους σαν κάτι προαιρετικό και ότι συχνά δίνουν στους δασκάλους τους οδηγίες αντί να τους κάνουν ερωτήσεις, αντιμετωπίζοντάς τους όπως και τους γονείς τους».
Όταν είχε γίνει μόλις μητέρα, η δική της μητέρα τής είχε στείλει ένα άρθρο για το «πόσο σημαντικό είναι να αποφεύγουμε να λέμε “όχι” στα παιδιά»: «Είχα πει τότε στον εαυτό μου ότι θα ακολoυθούσα το gentle parenting γιατί με είχε συγκινήσει το ήθος του να αντιμετωπίζεις τα παιδιά με σεβασμό, αγάπη και ενσυναίσθηση».
Όπως και έκανε, με το πρωτότοκό της, περίπου για 3,5 χρόνια, μέχρι που το δεύτερο παιδί της έγινε ενός, οπότε κατάλαβε «αυτό που δεν μου είχαν πει όταν αποφάσιζα να κάνω πάνω από ένα παιδί: ότι δεν είναι ίδια μεταξύ τους. Για την ακρίβεια, αναρωτιέμαι αν έχουν καν το ίδιο DNA. Γιατί ό,τι ίσχυε για το γλυκό, ήρεμο, υπάκουο πρωτότοκό μου ανατράπηκε από το δυναμικό, ανεξάρτητο, έντονο δευτερότοκο».
Τότε άρχισε να επιστρατεύει το «όχι»: όποτε για παράδειγμα, στους δέκα μήνες του, πήγαινε μπουσουλώντας να κατεβεί τις σκάλες του σπιτιού ή επιχειρούσε αργότερα να διασχίσει έναν πολυσύχναστο δρόμο. Θα ακολουθούσε μετά η εξήγηση, αλλά «εκείνη τη στιγμή, «το “όχι” εξυπηρετούσε μια χαρά.
»Αφού είπα “όχι” σε εκείνο το νήπιο, αναρωτήθηκα πολλές φορές αν έκανα το σωστό – αλλά κάθε φορά καταλήγω στο πόσα λίγα έκανα, στην πραγματικότητα. Απλά είπα “όχι”. Και πλέον ο γιος της ξέρει ότι η τσάντα ενός άλλου είναι ένα όριο που είναι καλό να μην παραβιάζει. Εύχομαι κάποιος (ευγενικός) ξένος να μάθαινε κάτι τέτοιο στα δικά μου παιδιά δωρεάν».
Όπως καταλήγει η αρθρογράφος: «Αρκεί να ρίξεις μια ματιά στα ανώτερα κλιμάκια για να δεις τι συμβαίνει όταν χτίζεις έναν κόσμο γύρω από ανθρώπους που δεν έμαθαν ποτέ να τους λένε “όχι”, όταν κάποιος περιβάλλεται από ανθρώπους που λένε “ναι”, οι οποίοι είναι υπερβολικά φοβισμένοι ώστε να παρέμβουν.
«Αρκεί να ρίξεις μια ματιά στα ανώτερα κλιμάκια για να δεις τι συμβαίνει όταν χτίζεις έναν κόσμο γύρω από ανθρώπους που δεν έμαθαν ποτέ να τους λένε “όχι”, όταν κάποιος περιβάλλεται από ανθρώπους που λένε “ναι”, οι οποίοι είναι υπερβολικά φοβισμένοι ώστε να παρέμβουν».
»Δεν κάνει καθόλου κακό να θέτει ο ένας στον άλλον κάποια όρια, να λες “όχι” όταν χρειάζεται, ειδικά όταν πρόκειται να διδάξεις στα παιδιά τι είναι ασφαλές και πώς να σέβονται τα όρια των άλλων. Έτσι διατηρούμε μια κοινωνία με αξιοπρέπεια και αυτό προσπαθώ να κάνω, σε μεγάλο βαθμό, με τα δικά μου παιδιά από κάθε άποψη – μπορούν να γίνουν μέλη της κοινότητάς τους που υπολογίζουν τους άλλους; Μπορούν να έχουν κατά νου ότι είναι απλά ένα κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο και όχι ο κόσμος όλος; Ελπίζω στο τέλος να βρουν την ισορροπία. Και αν δείτε τα παιδιά μου να ξεπερνούν κάποια όρια έξω στον κόσμο, σας παρακαλώ μη διστάσετε να τους πείτε “όχι”».